Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

ΖΗΤΕΙΤΑΙ... ΜΑΓΕΙΑ (της Ευαγγελίας Ευσταθίου)

Στόλιζε τους χώρους με μανία.
Μια γιρλάντα ακόμη, μια πολύχρωμη μπάλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, κατακόκκινα στρωσίδια κεντραρισμένα με περίσσεια προσοχή πάνω σε οποιαδήποτε λεία επιφάνεια αυτού του σπιτιού, που κάποτε λόγιζε ως το σπουδαιότερο επίτευγμα της ζωής της.
Γιατί κάποτε τα είχε όλα. Μια καλή δουλειά στο δημόσιο, ένα τζιπάκι για να διασχίζει αμέριμνη τις λεωφόρους της πρωτεύουσας επιδεικνύοντας και λίγο την οικονομική της ευμάρεια, δυο ντουλάπες γεμάτες με φιρμάτα ρούχα για κάθε περίσταση κι άλλη μία φίσκα στα παπούτσια και τις τσάντες, ποικίλες πιστωτικές κάρτες για να νιώθει ανά πάσα στιγμή έτοιμη να ικανοποιεί τα καταναλωτικά της καπρίτσια και πρόσφατα –μόλις τρία χρόνια πριν – αυτό το υπέροχο ρετιρέ στο Χαλάνδρι, το οποίο ένιωθε σαν να ήταν μια μικρή γωνιά του παραδείσου.
Εδώ ταιριάζουν αυτά τα ασημένια κηροπήγια, σκέφτηκε τοποθετώντας στο κέντρο της δρύινης τραπεζαρίας της την τελευταία πινελιά της ξέφρενης διακοσμητικής της μανίας. Τώρα είμαστε

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο Ταξίδι στο Παρελθόν

 
Κρύο πρωινό το σημερινό, κι εγώ, κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, χωρίς να το επιδιώξω, άρχισα να ζεσταίνομαι με μια προσωπική πηγή θερμότητας που λέγεται "παιδικά χρόνια". Θυμήθηκα...
  Το μυαλό μου ξέφυγε από τα ενοχλητικά δεσμά που θέλουν να το κρατήσουν φυλακισμένο στο Τώρα και ταξίδεψε πρώτη θέση στο Παρελθόν. Τότε που ήμουν παιδί, τότε που οι γονείς μου είχαν το δικό τους τρόπο να προσδίδουν μια ξεχωριστή, λαμπερή πινελιά στις γιορτές.
  Η προσδοκία και η συγκίνηση για τα Χριστούγεννα ξεκινούσε, θυμάμαι, σχεδόν ένα μήνα πριν. Ίσως επειδή όλα, ακόμη και τα πιο απλά, ήταν για μας σωστή ιεροτελεστία. Μετρούσαμε τις μέρες με τον αδερφό μου για να ζήσουμε την παραμυθένια ατμόσφαιρα των ημερών. Ατελείωτες σκέψεις και συσκέψεις οι δυο μας για το τι θα ζητούσαμε από τον Άγιο Βασίλη, πρόβες για να πιάσουμε τις σωστές νότες στα κάλαντα, σχέδια για τα δώρα που θα αγοράζαμε για τους δικούς μας αν οι δραχμές θα ήταν περισσότερες από τα μελομακάρονα...
  Κι έπειτα, ξαφνικά, γυρνούσαμε από το σχολείο και το δέντρο είχε κατέβει από το πατάρι και μας προσκαλούσε να το στολίσουμε. Όχι δέντρο αληθινό ή ακριβά αγορασμένο. Ένα ψεύτικο έλατο που έπρεπε να ξεδιπλώσουμε με υπομονή τα διπλωμένα κλαδιά του -τα οποία μαδούσαν εύκολα κάτω από τις ανυπόμονες κινήσεις μας. Στημένο πάντα μπροστά από την μπαλκονόπορτα του σαλονιού,

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ (Σέβη Τηλιακού)



Πρέπει να ομολογήσω πως όταν η Σέβη Τηλιακού μου πρότεινε να παρουσιάσω το βιβλίο της ένιωσα δέος. Την είχα γνωρίσει προσωπικά και είχα καταλάβει πως είναι ένας απλός, τρυφερός και ευγενικός άνθρωπος, όμως εκείνη τη στιγμή δεν τη σκέφτηκα τόσο σαν τη γλυκιά γυναίκα που ήξερα, αλλά σαν ένα σπουδαίο όνομα με βαριά κληρονομιά. Χρόνια τώρα, οι στίχοι των τραγουδιών της με συντρόφευαν σε ευχάριστες αλλά και θλιβερές στιγμές της ζωής μου. Στίχοι που πάντα μου έδιναν την εντύπωση πως ήταν γραμμένοι με το πολύτιμο μελάνι της ψυχής της.
  Άνοιξα το βιβλίο της με μια κάποια περιέργεια, θέλοντας να ανακαλύψω το πώς μία τόσο ταλαντούχα στιχουργός θα μπορούσε να εκφραστεί μέσα από τον πεζό λόγο, πώς θα κατόρθωνε να παρασύρει τον αναγνώστη της μέσα στις τετρακόσες τόσες σελίδες της ιστορίας της. Και χάθηκα! Ειλικρινά. Για δύο μέρες –μέχρι να τελειώσω το βιβλίο- δεν ήμουν εγώ, δε ζούσα τη ζωή μου, ενώ ταυτόχρονα στο προφίλ της μίας από τις ηρωίδες της έβλεπα τον εαυτό μου και ζούσα αποστασιοποιημένα τη δική μου ζωή. Ήταν κάτι το συναρπαστικό. Πόντο- πόντο, η Σέβη άρχισε να πλέκει με μαεστρία και υπομονή τα όνειρά μου, τα όνειρα της κάθε γυναίκας, τις απογοητεύσεις και τα λάθη της, τους φόβους και τα

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ (Θάλεια Κουνούνη)

Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο της Θάλειας Κουνούνη, πλήθος χρωμάτων κατέκλυσε την ψυχή μου. Πλήθος συναισθημάτων... Η συγγραφέας πήρε την παλέτα της και έσμιξε επιδέξια τον πόνο με τη χαρά, την απελπισία με την ελπίδα, την επιμονή με την παραίτηση, τη λάμψη της αγάπης με τη μουντάδα της απώλειας.
Με αφορμή ένα τραγικό γεγονός -ότι πιο τραγικό θα μπορούσε να συμβεί σε μια οικογένεια- ξεδιπλώνει επιδέξια την ιστορία της ηρωίδας, εμβαθύνοντας προσεκτικά και ψαγμένα τόσο στην ψυχοσύνθεση των προσώπων που πρωταγωνιστούν όσο και στην ψυχολογική τους κατάσταση την εκάστοτε στιγμή. Δεν προσπερνά τίποτα με επιπολαιότητα. Ίσως γι' αυτό μπορεί κανείς να μπει εύκολα στη θέση των πρωταγωνιστών, να νιώσει το δράμα τους, να εκλογικεύσει όσα θα χαρακτήριζε με ευκολία "παράλογα", να δώσει σημασία σε πράγματα που κάτω από άλλες συνθήκες θα έμοιαζαν ασήμαντα...
Παρόλο που αυτό το βιβλίο είναι από μόνο του μια ολοκληρωμένη ιστορία, δίνει όλες τις απαντήσεις στις απορίες που άφησε το "Όπου και να'σαι, σ' αγαπώ". Και, ειλικρινά, καθώς το διάβαζα δεν μπορούσα να αποφασίσω αν θα προτιμούσα να ήμουν αποστασιοποιημένη από εκείνο ή αν προτιμούσα να το βλέπω σαν συνέχεια του προηγούμενου. Η μόνη διαφορά, κατέληξα, ήταν πως στην πρώτη περίπτωση θα είχε για μένα ακόμα μεγαλύτερο σασπένς. Το σίγουρο είναι πως θα διάβαζα οπωσδήποτε και τα δύο, με οποιαδήποτε σειρά. Γιατί το ένα συμπληρώνει το άλλο και βοηθάει να ολοκληρωθεί το ψυχογράφημα δύο ολόκληρων οικογενειών. Δυο οικογενειών που, όσο εύκολο κι αν φαίνεται εν πρώτοις να ξεχωρίσουμε την "καλή" από την "κακή", αυτή που αξίζει τη συμπόνοια μας κι εκείνη που αντιμετωπίζει την απόρριψή μας, ουσιαστικά είναι και οι δύο θύματα μιας πολύ σκληρής μοίρας...

ΑΝ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΡΩΤΗΣΕΙΣ (Ευαγγελία Ευσταθίου)

Άκουγα, λοιπόν, να μιλούν οι γυναίκες βιβλιόφιλοι για τον γοητευτικό Άλεξ Γκρέι, τον ευαίσθητο Ρωμανό Κατρά, τον μυστηριώδη Ραφαέλ Άλντες, και αναρωτιόμουν... Πόσο συναρπαστικοί, πόσο ιδανικοί μπορεί να είναι οι ήρωες της Ευαγγελίας; Τελικά οι ήρωές της όλοι, άντρες και γυναίκες, είναι αξιαγάπητα πλάσματα που οφείλουν το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας τους στη συναρπαστική και ευαίσθητη γραφή της! Η συγγραφέας χειρίζεται τη γλώσσα άψογα, χρησιμοποιεί υπέροχες περιγραφές, ικανές να παρασύρουν και να ταξιδέψουν τον αναγνώστη, και απλώνει με την πέννα της ένα μυστήριο στο έργο της από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Αισθηματικό το μυθιστόρημά της, ναι, όμως με έντονα τα λογοτεχνικά στοιχεία και μια γερή δόση σασπένς.
Μυθιστόρημα νουάρ θα το χαρακτήριζα, αφού δε λείπει ούτε το μαύρο χρώμα ούτε και τα απαραίτητα συστατικά του είδους. Έχει από όλα: φόνο, προδοσία, απιστία, ζήλεια, ψέματα, την απαραίτητη μοιραία γυναίκα και αρκετούς ύποπτους... Αλλά πάνω απ' όλα έχει αυτό που όλοι λαχταρούμε και εκτιμούμε: Την ανυστερόβουλη αγάπη, το σαρωτικό έρωτα...!!!
Ο Άνεμος, γραμμένος από κάποιο άλλο χέρι, θα μπορούσε να ήταν ένα σκληρό, δύσπεπτο βιβλίο. Ωστόσο, γραμμένο από τη γλυκιά και ευαίσθητη Ευαγγελία Ευσταθίου, είναι ένα τρυφερό, ρομαντικό παραμύθι που συνεπαίρνει τον αναγνώστη, τον παρασύρει στα δεινά που ταλαιπωρούν τους ήρωές της και στο τέλος τον οδηγεί στη λύτρωση που του αξίζει. Μπράβο, Ευαγγελία!

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΟ ΦΑΡΟ (Ευρυδίκη Αμανατίδου)

Τριακόσιες ογδόντα δύο σελίδες γεμάτες πάθη και μυστήριο, καθώς αλλεπάλληλα μυστικά αναδύονται στην επιφάνεια και τέσσερις οικογένειες έρχονται σε θανάσιμη σύγκρουση. Ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιο το θύμα; Τα γεγονότα διαδέχονται καταιγιστικά το ένα το άλλο και η ηρωίδα αναρωτιέται αν το στοίχημα που έβαλε ήταν τελικά με τον ίδιο το διάβολο.
Τελείωσα το βιβλίο της Ευρυδίκης Αμανατίδου, έχοντας γευτεί έντονα τη στυφή γεύση της προδοσίας, της αδικίας και της ανηθικότητας, αλλά στο τέλος μου έμεινε μόνο η δροσιά της ανθρώπινης δικαιοσύνης και η γλύκα του έρωτα. Η αλήθεια ήταν πως στην αρχή δυσκολεύτηκα να αφομοιώσω όλους τους εμπλεκόμενους, όμως καθώς προχωρούσα και γνωριζόμουν καλύτερα μαζί τους ανέπτυξα με κάποιους μια σχέση μίσους και με άλλους αγάπης. Η στρωτή και απέριττη γραφή της συγγραφέως με παρέσυρε στη δίνη της ιστορίας της, με πλυμμήρισε συναισθήματα απέχθειας για τον χωρίς ηθικούς φραγμούς Λευτέρη Μαρδά, μου μετέδωσε το πείσμα της Ελένα και τη θλίψη του Δήμου...
Πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, εξαιρετικά στρωτή γραφή και μια καθόλου εξωπραγματική περιπέτεια, μου χάρισαν όμορφες ώρες απόλαυσης και σασπένς. Σε ευχαριστώ πολύ, Ευρυδίκη.

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΠΕΛΑΓΙΑ (Γιάννης Ξανθούλης)

Μόλις τελείωσα το μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη "δεσποινίς Πελαγία" και νιώθω ακόμα μια πικρή γεύση στα χείλη. Ο συγγραφέας κατάφερε ικανότατα να ενστερνιστώ τον μάλλον θλιβερό χαρακτήρα της ηρωίδας του, να πονέσω μαζί της, να θυμώσω, να χαρώ, να αγωνιστώ για κάποια όνειρα που λες και ήταν καταδικασμένη να μη κάνει ποτέ! Και τελικά να αναρωτηθώ: Πόσο εύκολο είναι να αφήσουμε τις πεπατημένες μας και να ακολουθήσουμε ένα δρόμο που, όσο καλύτερος κι αν είναι, είναι εντελώς άγνωστος σε εμάς; Καμιά φορά το δύσβατο είναι ευκολότερο να το διανύσει κάποιος. Καμιά φορά η μοναξιά μπορεί να κάνει την καλύτερη παρέα. Καμιά φορά η αναπηρία, όποια κι αν είναι αυτή, αποδεικνύεται το σημαντικότερο προτέρημα...
Η Πελαγία είχε μάθει να είναι μια ζωή μόνη. Μια ζωή να λειτουργεί σαν προγραμματισμένο ρομποτάκι, στερημένο από ρομαντικά συναισθήματα και ουτοπικά όνειρα. Μια ζωή που απλώς επιβίωνε με τον τρόπο που εκείνη είχε μάθει. Κάποια στιγμή η τύχη φάνηκε να στρέφεται προς το μέρος της. Όλα μπορούσαν να αλλάξουν. Το πιο μεγάλο της όνειρο μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Είχε τη δύναμη να δώσει λίγη χαρά σε αυτούς που αγαπούσε ή έστω συμπαθούσε και να εκδικηθεί όποιον είχε στιγματίσει το πονεμένο παρελθόν της. Όμως η ίδια δεν κατάφερε ούτε να γευτεί ένα τόσο δα

ΟΤΑΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΛΜΟΥΝ

Έκλεισα τα μάτια κι άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει στην κλεψύδρα του χρόνου. Εικόνες από τη ζωή μου πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου: ο γάμος μου, οι καβγάδες, οι γέννες, ο αγώνας μου να μεγαλώσω τα παιδιά μου, η μοναξιά μου? Προσπάθησα να διακρίνω κάποιες εικόνες από το μέλλον. Τίποτα! Ένα μαύρο χρώμα σαν καμένο φιλμ. Και δάκρυα. Τι είχα καταφέρει; Και τι μπορούσα να περιμένω από την υπόλοιπη ζωή μου; Μόνο αβεβαιότητα, μοναξιά και συμβιβασμούς. Ήμουν μόνη. Κι έπρεπε να τολμήσω. Να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Να ψάξω το μεγαλείο της αγάπης και να κάνω την κάθε μου μέρα μέρα χαράς. Εγώ έφταιγα για τις στενοχώριες μου, εγώ έφταιγα για τους συμβιβασμούς μου, τα μίση, τη δυστυχία μου. Εγώ έφταιγα για όλα. Έπρεπε να ξαναβρώ το χαμένο αυτοσεβασμό μου, ν' αλλάξω τη ζωή μου. Έπρεπε να βρω το σωστό δρόμο. Έπρεπε να τολμήσω. Και τόλμησα!

«Αυτό που με τρέλαινε περισσότερο δεν ήταν η πίκρα του χτες αλλά η απόγνωση του αύριο. Μέρες προγραμματισμένες ως το τελευταίο λεπτό. Μέρες γκρίζες, μελαγχολικές, οργανωμένες από άλλους. Κι εγώ, μια μαριονέτα στα χέρια τους, να κινούμαι στο δικό τους ρυθμό. Καιρό τώρα υποψιάζομαι πως είμαι κάποια άλλη. Πως μπήκα στο πετσί μιας ξένης που δεν πολυσυμπαθώ. Μιας άγνωστης που μου τη φόρτωσαν με το ζόρι και με βαραίνει η ύπαρξή της. Νιώθω την έντονη επιθυμία να επαναστατήσω και να ελευθερωθώ. Να ξαναγίνω το ατίθασο κορίτσι των εφηβικών μου χρόνων. Να βρω σε ποια γωνιά του παρελθόντος καθηλώθηκα και να ξαναρχίσω από κει. Να κερδίσω τα χρόνια που αισθάνομαι πως έχασα. Ν' αποκτήσω πάλι την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό μου. Να ζήσω!»

ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΠΑΝΤΟΥ

Πρόσωπα γυναικεία, σύγχρονα, που ζουν δίπλα μας. Γυναίκες που παλεύουν καθημερινά με τα συναισθήματα, τα βιώματα και τη μοναξιά τους. Γυναίκες που φοβούνται να αφεθούν, να ονειρευτούν, να ζήσουν.

Η Εύα, που, ψάχνοντας την αγάπη που πάντα ονειρεύεται, θα γίνει πιόνι σε σκοτεινά σχέδια Η Άννα, μια γυναίκα δυναμική αλλά και ευαίσθητη, που οι πληγές του παρελθόντος της γέννησαν φόβους αξεπέραστους και την οδηγούν σε έρωτες καταδικασμένους. Η Μαρία, που μια απρόσμενη συνάντηση θα της γνωρίσει τον ξαφνικό έρωτα?
Η Τόνια, η μικρότερη της παρέας, που γνώρισε το πρόσωπο της μοναξιάς από παιδί. Για να γεμίσει το κενό της ψυχής της, σκορπίζεται σε σχέσεις περιστασιακές

Πρόσωπα που ακολουθούν διαφορετικά μονοπάτια με έναν κοινό προορισμό: την αγάπη, την αποδοχή, την ίδια τη ζωή. Που προσπαθούν να νικήσουν τη μοναξιά που βλέπουν παντού γύρω τους...

ΣΚΙΕΣ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Έρωτας, γάμος, η γοητεία του απαγορευμένου, παιδιά, καριέρα, η αγκαλιά εκείνου που ελευθερώνει την καρδιά τους. Κι ένα παρελθόν γεμάτο απογοητεύσεις που γονατίζουν: χωρισμοί, ορφάνια, ταπείνωση, βάναυση κακοποίηση.
Γυναίκες που αναζητούν τον εαυτό τους, την αποδοχή, τη δικαίωση, την ολοκλήρωση του είναι τους. Μια ζωή γεμάτη αγώνες, μια ζωή γεμάτη πάλη για ψήγματα ευτυχίας.
Και οι άνθρωποι που χρωμάτισαν τη ζωή τους, οι άνθρωποι που μάτωσαν την ψυχή τους, σύζυγοι κι εραστές, "Σκιές στο χρόνο" που άφησαν βαθιά αποτυπώματα στην καρδιά τους, αλλά και τους έμαθαν να κοιτάζουν κατάματα τον ήλιο και να κάνουν όνειρα για το αύριο.
Ένα αύριο όπως οι ίδιες το επέλεξαν - δίχως ανώφελο πόνο και επώδυνες σκιές.

ΤΟ ΠΟΛΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΑΡΚΕΤΟ

Η Καίτη είναι το παιδί του συμβιβασμού, ενώ η Νεφέλη το παιδί του έρωτα.
Η Γιώτα, η μητέρα τους, από πολύ νωρίς δίνει όλη την αγάπη της στη δεύτερη, κρατώντας την πρώτη στο περιθώριο.

Περνώντας τα χρόνια και με επίκεντρο έναν άντρα, οι τρεις γυναίκες θα βρεθούν αντιμέτωπες με τις ζωές τους, τις ευθύνες τους, τα λάθη τους και τις αποφάσεις που επιβάλλεται να πάρουν. Και τότε, με οδυνηρή έκπληξη, θα διαπιστώσουν πως τίποτα δεν είναι δεδομένο και πως "το πολύ δεν είναι πάντα αρκετό". Μερικές φορές, μάλιστα, είναι ό,τι λιγότερο μπορεί να σου προσφέρει η ζωή...

"Η νεανική ομορφιά του Άκη είχε νικήσει την ψυχική γοητεία του Ανέστη και η εκθαμβωτική Νεφέλη είχε υποσκελίσει τη χαρισματική αδερφή της. Για χρόνια ατελείωτα θαύμαζε την αστραφτερή επιφάνεια και δεν έκανε τον κόπο ν' αναζητήσει αυτό που κρυβόταν στο βάθος, χάνοντας έτσι την πραγματική αξία των ανθρώπων, αλλά και της ίδιας της ζωής. Γιατί; Ίσως επειδή, όπως είχε διαβάσει κάποτε σ' ένα από τα βιβλία του άντρα της, το ουσιαστικό είναι αόρατο στο μάτι".

Ζ Ω Η Μ Ο Υ, Ε Σ Υ ....

0 χρόνος κυλά, τα δευτερόλεπτα τρέχουν και η ζωή... συνεχίζεται. Πάντα! Με ήλιο ή με βροχή, με γέλιο ή με δάκρυ, με κάποιους να φεύγουν και με άλλους να έρχονται, η ζωή παίρνει τις μοίρες αγκαλιά και συνεχίζει το ταξίδι... Εγώ είμαι η Αννέζα και στη ζωή μου δεν έλειψαν τα βάσανα, τα δάκρυα κι ο θάνατος.

Όσοι βρέθηκαν στο δρόμο μου ρούφηξαν όλη μου την ενέργεια και μάδησαν όλα τα φύλλα της ψυχής μου. Όμως, παρά τα τόσα χρόνια που είμαι σ' αυτή τη γη, δε δέχομαι να καθορίσει κανείς και τίποτα τη ζωή μου. Υπήρξαν φορές που έχασα τον έλεγχο του τιμονιού. Υπήρξαν φορές που το πηδάλιο της ζωής μου το πήραν στα χέρια τους άλλοι. Ωστόσο η καπετάνισσα είμαι πάντα εγώ και εγώ είμαι εκείνη που θα χαράζει πάντα την πορεία... Αυτή που εγώ ήθελα πάντα να ακολουθήσω.

Η δική μου η ζωή είναι τα ανέμελα χρόνια της νιότης μου... Οι πέντε μέρες του έρωτα μου... Η καλοσύνη της Ρηνιώς και η αγάπη της Ειρήνης... Το λουλούδι που άνθισε έπειτα από μισό αιώνα στο ραγισμένο γλαστράκι...

Το βλέμμα που κρύβει μια παλιά φωτογραφία...
Καμιά φορά όταν την κοιτάζω, νιώθω πως υπάρχει ακόμη μέσα μου λίγη ψυχή. Καμιά φορά όταν την κοιτάζω, τη χαϊδεύω και ψιθυρίζω: "Ζωή μου, εσύ..."

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


  1. Μια φορά και έναν καιρό, σε μία άχαρη σοφίτα ενός πλούσιου σπιτιού ήταν ένα κουτί, γεμάτο ξεχωριστά, ολόχρυσα, Χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ήταν μεγάλα παχουλά και φανταχτερά με κόκκινες κορδέλες να αγκαλιάζουν την μέση τους. Η οικογένεια τα φρόντιζε και πάντα τα στόλιζε στην από την πλευρά του δέντρου που βλέπει στο παράθυρο, έτσι ώστε όλοι να τα καμαρώνουν και να τα αντιλαμβάνονται.
    Ανάμεσα τους...
    όμως βρισκόταν ένα άσχημο, παραμελημένο στολίδι, μια μικρή γκρι μπάλα. Κανείς δεν το πρόσεχε και δεν το αγαπούσε. Ποτέ κανείς δεν είχε μιλήσει περήφανα για αυτό, ούτε θέλησε ποτέ να το στολίσει στο μεγάλο δέντρο του σαλονιού . Μόνο, καμιά φορά, τα παΐδια του σπιτιού έπαιζαν μπάλα μαζί του, αλλά δεν του άρεσε καθόλου. Το κλωτσούσαν συνέχεια και πονούσε πολύ. Μια φορά μάλιστα, το χτύπησαν τόσο δυνατά ώσπου ράγισε.

ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ (Κάκια Ξύδη)


Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Κάκιας σε εποχή που οι ελεύθερες και ήρεμες ώρες μου δεν είναι απλώς ελάχιστες, αλλά σχεδόν ανύπαρκτες. Κι όμως, με παρέσυρε τόσο αβίαστα στο απολαυστικό ταξίδι της γραφής της που τελείωσα το βιβλίο σε χρόνο ρεκόρ. Το ύφος της, ανεπιτήδευτα λυρικό και εύστοχα περιγραφικό, με γοήτευσε από την πρώτη σελίδα. Η ιδέα της πότε να μπαίνει η ίδια στον ρόλο της πρωταγωνίστριας χρησιμοποιώντας το πρώτο πρόσωπο και πότε να αφηγείται σαν αποστασιοποιημένος παρατηρητής γράφοντας σε τρίτο ενικό, θεωρώ πως ήταν πανέξυπνη όσο και πρωτότυπη. Βοηθά τον αναγνώστη να έχει μια σφαιρική άποψη για τα γεγονότα, να βρίσκει διάφορες και διαφορετικές διόδους για να εντρυφά στην ψυχή της ηρωίδας.

Όσον αφορά την ηρωίδα της, τώρα, την Βασιλική ή Βάσω ή Βίκυ ή Κική –ανάλογα με τις εποχές και τις αποφάσεις ζωής που έπαιρνε- θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε με πάμπολλα επίθετα, αλλά προσωπικά σε μένα έμεινε στο μυαλό μου μία περιγραφή που πιστεύω ότι τα λέει όλα: ψυχή διψασμένη για αγάπη.

Όχι πως δεν την αγάπησαν οι δικοί της, πόσο μάλλον η μητέρα της. Όλες οι φυσιολογικές μητέρες αγαπάμε τα παιδιά μας. Μόνο που πολλές φορές διαλέγουμε λάθος τρόπους για να εκφράζουμε αυτή την αγάπη μας. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια μάνα που έζησε σε κάποιο χωριό της πατρίδας μας, κάπου μισό αιώνα πριν, εξουθενωμένη από την κουραστική καθημερινότητα της επαρχίας, πιεσμένη από τα «πρέπει» και τα «μη», φορτωμένη με ταμπού και φοβίες, υποχρεωμένη να ακολουθήσει και η ίδια τον δικό της προσωπικό Γολγοθά. Όπως λέει και η ίδια η Βασιλική, μεγάλωσε σαν καλό κορίτσι, αποστειρωμένη, να σκοντάφτει όλη την ώρα ακόμη και στις πετρούλες, γιατί στην ουσία δεν έμαθε να περπατάει ποτέ, ίσως ούτε να πατάει γερά στα πόδια της. Χρειαζόταν πάντα κάποιο δεκανίκι για να ισορροπεί.

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΤΗΣ... ΚΑΡΟΤΣΑΣ


Σε κάθε λακκούβα η καρότσα αγκομαχάει, μαζί της κι εμείς. Και μήπως ξέρουμε πού μας πηγαίνουν; Μας ξεσήκωσαν στα ξαφνικά από το όμορφο και άνετο σπίτι μας για να μας οδηγήσουν στο άγνωστο. Ποτέ δεν ήμουν λάτρης της τόσης περιπέτειας. Το άγνωστο το ψιλοφοβάμαι. Και τις μετακομίσεις ακόμα περισσότερο. Ε, δεν έχω κάνει και λίγες στα δώδεκα χρόνια της ζωής μου. Η πρώτη έγινε όταν με ξεσήκωσαν από τη βάση μου για να με πάνε στο ισόγειο κάποιας παλιάς διπλοκατοικίας. Η δεύτερη όταν, μαζί με τη βελτίωση της θέσης και του μισθού της, η κυρία αποφάσισε να βελτιώσει και τις συνθήκες διαμονής της. Η τρίτη σαν αποφάσισε να συγκατοικήσει με τον έρωτα της ζωής της. Η τέταρτη όταν κατάλαβε πως η ζωή της ξοδευόταν με τον συγκεκριμένο έρωτα.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΞΑΝΑ!!!

Περπατώ στους βρεγμένους δρόμους. Έτσι, μάλλον άσκοπα. Ίσως με τη δικαιολογία ενός ακόμα απολογισμού. Έτσι κι αλλιώς, έχω πολύ χρόνο ελεύθερο. Το καινούριο βιβλίο τελείωσε, η ανεργία με συντροφεύει σταθερά εδώ και είκοσι μήνες… Χρόνος ελεύθερος για αναπολήσεις και προβληματισμούς.

Ο αέρας μυρίζει καμένο ξύλο. Έτσι όπως έχουν καεί τα όνειρά μας, σκέφτομαι μελαγχολικά. Όχι, βιάζομαι να αλλάξω τον συνειρμό. Τα όνειρά μου δε θα επιτρέψω σε κανέναν να τα κάψει! Η μυρωδιά του καμένου ταιριάζει καλύτερα με όλα τα άσχημα που έχουν εισβάλει τα τελευταία χρόνια στη ζωή μας. Απελπισία, αποξένωση, πλεονεξία, ματαιοδοξία, φιλαυτία, υπεροψία… Αυτά θα κάψω φέτος. Χρησιμοποιώντας για προσάναμμα όλες τις κούφιες συνήθειες των τελευταίων χρόνων.