Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

ΖΗΤΕΙΤΑΙ... ΜΑΓΕΙΑ (της Ευαγγελίας Ευσταθίου)

Στόλιζε τους χώρους με μανία.
Μια γιρλάντα ακόμη, μια πολύχρωμη μπάλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, κατακόκκινα στρωσίδια κεντραρισμένα με περίσσεια προσοχή πάνω σε οποιαδήποτε λεία επιφάνεια αυτού του σπιτιού, που κάποτε λόγιζε ως το σπουδαιότερο επίτευγμα της ζωής της.
Γιατί κάποτε τα είχε όλα. Μια καλή δουλειά στο δημόσιο, ένα τζιπάκι για να διασχίζει αμέριμνη τις λεωφόρους της πρωτεύουσας επιδεικνύοντας και λίγο την οικονομική της ευμάρεια, δυο ντουλάπες γεμάτες με φιρμάτα ρούχα για κάθε περίσταση κι άλλη μία φίσκα στα παπούτσια και τις τσάντες, ποικίλες πιστωτικές κάρτες για να νιώθει ανά πάσα στιγμή έτοιμη να ικανοποιεί τα καταναλωτικά της καπρίτσια και πρόσφατα –μόλις τρία χρόνια πριν – αυτό το υπέροχο ρετιρέ στο Χαλάνδρι, το οποίο ένιωθε σαν να ήταν μια μικρή γωνιά του παραδείσου.
Εδώ ταιριάζουν αυτά τα ασημένια κηροπήγια, σκέφτηκε τοποθετώντας στο κέντρο της δρύινης τραπεζαρίας της την τελευταία πινελιά της ξέφρενης διακοσμητικής της μανίας. Τώρα είμαστε εντάξει, ολοκλήρωσε τη σκέψη της και στάθηκε καταμεσής του σαλονιού για να θαυμάσει το δημιούργημά της. Δεν είχε σημασία αν τα φετινά Χριστούγεννα έκλειναν μέσα τους λιγότερη λάμψη πια. Δεν είχε σημασία αν για ν’ ανάβει όλ’ αυτά τα φώτα νυχθημερόν έπαιζε κορώνα γράμματα τα τελευταία διαθέσιμα ευρώ στον λογαριασμό της. Δεν είχε σημασία αν απ’ την πρώτη μέρα του καινούριου έτους θα ήταν μία ανάμεσα στους χιλιάδες που δεν θα ξαναπήγαιναν στη δουλειά τους και που θα σφιγγόταν η καρδιά τους για τη στιγμή της κοινοποίησης της κατάσχεσης των κόπων τους…των ονείρων τους…της ίδιας τους της ζωής…
Όχι, δεν είχε καμία σημασία. Απόψε ήταν προπαραμονή Πρωτοχρονιάς και η Άρτεμις θα το γιόρταζε όσο πιο πολύ μπορούσε. Κουβαλούσε τη λιγότερη δυστυχία απ’ τους περισσότερους γύρω της κι αυτό ήταν αιτία αληθινού πανηγυριού. Ύψωσε το ποτήρι της κοιτώντας τη φουντωμένη φωτιά στο τζάκι και γέλασε δυνατά, άγρια, αφιονισμένα. «Είσαι στ’ αλήθεια πολύ τυχερή, κορίτσι μου!» μονολόγησε καίγοντας τα σωθικά της με το βαρύ δωδεκάρι ουίσκι που είχε προμηθευτεί για τον παραλίγο αρραβώνα της κάποτε. «Είσαι μόνη. Χαίρεσαι μόνη. Λυπάσαι μόνη. Ανεμίζεις περήφανα τις σημαίες στις κορυφές σου μόνη και γκρεμίζεσαι μόνη. Δεν έχεις παιδιά να σε κοιτούν καρτερικά για ένα όμορφο παιχνίδι. Δεν έχεις άντρα να πνίγεται στην κατάθλιψη επειδή δεν μπορεί να προσφέρει στο σπίτι του μια σακούλα τρόφιμα. Και τώρα πια, δεν έχεις τζιπ να καταπίνει λαίμαργα λίτρα βενζίνης για να σε πάει δυο δρόμους μακρύτερα. Μόνη απόκτησες και μόνη θα χάσεις. Αλλά όχι τώρα. Όχι σήμερα. Σήμερα όλα αυτά είναι ακόμη δικά σου. Σήμερα τα φωτάκια στο δέντρο σου αναβοσβήνουν φρενιασμένα προαναγγέλλοντας ευτυχία…»
Οι νευρώνες του εγκεφάλου της είχαν μουδιάσει απ’ την ανηλεή επίθεση του αλκοόλ, μα ακόμη κι έτσι μπορούσε να καταλάβει πως δεν ήταν όλα τέλεια όπως τα είχε σχεδιάσει. Έλειπε το βασικότερο συστατικό των ημερών, παρόλο που κόπιαζε εδώ και καιρό να δημιουργήσει μια προστατευτική πάχνη για τα όνειρά της.
Μαγεία.
Όπως τότε που ήταν παιδί και άκουγε τον βαρύτονο ήχο της φωνής του Αϊ-Βασίλη που άνοιγε πετώντας δρόμους ανάμεσα στα σύννεφα. Όπως τότε που έβλεπε γύρω της χαρούμενα πρόσωπα παιδιών χωμένα στα σκουφάκια τους να τραγουδούν αμέριμνα τα κάλαντα στα κατώφλια των σπιτιών. Όπως τότε που μύριζε καλομαγειρεμένα φαγητά πάνω σε τραπέζια στρωμένα με τις δαντέλες της ευτυχίας και της ίδιας της ζωής. Όπως τότε που αντηχούσαν γέλια και τραγούδια σε κάθε δρόμο. Όπως τότε που το μέλλον φάνταζε σαν μια μεγάλη υπέροχη περιπέτεια αντί σαν σκοτεινό μονοπάτι γεμάτο σκιές και φαντάσματα.
Μαγεία.
Σκούπισε με πείσμα το δάκρυ που κύλησε στην άκρη του ματιού της. Δεν θα επέτρεπε ούτε το μακιγιάζ της να χαλάσει απόψε. Κι αν οι καλές νεράιδες των παραμυθιών, που τόσο αγαπούσε να διαβάζει σαν ήταν παιδί, δεν έρχονταν οικειοθελώς εκείνη τη βραδιά, θ’ άρπαζε τα μολύβια της και θα τις επινοούσε. Δεν ήταν δύσκολο να ρίξει αστρόσκονη στις σκέψεις της. Δεν ήταν δύσκολο να υφάνει μαγικά χαλιά για να πετάξει με τη φαντασία της δίπλα στο έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη. Ένα μολύβι, πολλά χαρτιά, ένα ποτήρι ουίσκι ακόμη, τα τελευταία ξύλα στο τζάκι και φώτα…πολλά φώτα…χιλιάδες ακούραστα λαμπιόνια να συνθέτουν πολύχρωμες κουρτίνες γύρω απ’ τα όνειρά της.
Αποκοιμήθηκε πάνω στο χαλί εξαντλημένη μα και χαρούμενη. Όλες οι νεράιδες της ήταν εκεί. Αιθέριες, πανέμορφες, μαγικές. Τους έδωσε ονόματα και τις έντυσε με τα ακριβότερα μεταξωτά υφάσματα. Οι μπούκλες τους άστραφταν στο φως του ήλιου και γέμιζαν γοητευτικές ανταύγειες στο φέγγος της σελήνης. Η Γιασεμίνα, νεράιδα της ομορφιάς, η Κερήνη, νεράιδα της γνώσης, η Ρεβέλ, νεράιδα της νιότης κι άλλες πολλές, καθεμιά με τη χάρη της και τη μοναδική της ιδιότητα να κάνει τούτο τον κόσμο καλύτερο….
Κι η ομορφότερη απ’ όλες κοιμήθηκε στο πλευρό της μέχρι το χάραμα. Της έσφιγγε το χέρι την ώρα που στο τζάκι της κάπνιζε ακόμη το τελευταίο της ξύλο. Της χάιδευε τα μαλλιά στοργικά την ώρα που ξεθώριαζε η μαγεία.
«Σκέφτηκες ένα όνομα για μένα, Άρτεμις;» τη ρώτησε τρυφερά.
«Ναι», αποκρίθηκε εκείνη με σιγουριά.
«Εσένα θα σε λένε….Ελπίδα...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου